B.EMMOT: Πώς η Κίνα μπορεί να δώσει τη λύση με την Βόρεια Κορέα.

Του Bill Emmot*


Οι περισσότεροι ειδήμονες συμφωνούν ότι ο λιγότερο επώδυνος τρόπος αντιμετώπισης της πυρηνικής απειλής της Βόρειας Κορέας είναι ένας διαρκής συνδυασμός αυστηρού περιορισμού κι επιθετικής διπλωματίας. Λιγότεροι, ωστόσο, έχουν αναγνωρίσει ότι η λιγότερο επώδυνη στρατιωτική επιλογή –αυτή που υπονοεί με επιμονή ο Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας από την Κίνα ν’ αναλάβει την ευθύνη για τον επικίνδυνο γείτονά της– είναι μια κινεζική εισβολή ή αλλαγή του καθεστώτος που θα επιβληθεί μέσω της απειλής των Κινέζων να εισβάλουν στη χώρα.

Αυτή η έκβαση, η οποία θα άλλαζε σημαντικά τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ανατολική Ασία προς όφελος της Κίνας, δεν είναι τόσο απίθανη όσο πιστεύουν οι περισσότεροι. Στην πραγματικότητα, η ευλογοφάνεια του ενδεχόμενου αυτού είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, μεταξύ άλλων και από τους κινέζους στρατηγούς.

Σύμφωνα με την ορολογία του αμερικανού προέδρου αυτή η επιλογή θέτει «Πρώτα την Κίνα» και θα συνέβαλε στο να «Γίνει η Κίνα Μεγάλη Ξανά» – κατά το πρότυπο του «America First» και του «make America great again» του Ντόναλντ Τραμπ. Οι κίνδυνοι που εμπεριέχονται σε οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση, κινεζική ή μη, είναι μεγάλοι. Αλλά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα όσα θα επιτυγχάνονταν μέσω μιας επιτυχημένης κινεζικής εισβολής. Καταρχάς θα είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί η Βόρεια Κορέα εκεί όπου ανήκει, σύμφωνα με την Ιστορία της χώρας όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Πόλεμο της Κορέας: υπό την πυρηνική σκέπη, δηλαδή, της Κίνας, εξασφαλίζοντας έτσι μια αξιόπιστη εγγύηση για την ασφάλειά της.

Ο Μάο Τσε Τουνγκ δήλωνε ότι η χώρα του και η Βόρεια Κορέα ήταν «τόσο κοντά όσο τα χείλη και τα δόντια» – μια σωστή περιγραφή, δεδομένου του ρόλου των κινεζικών στρατευμάτων στην αποτροπή μιας νίκης των Αμερικανών στον πόλεμο της Κορέας. Ενώ, όμως, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα παρέμειναν στενοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που μεσολάβησαν από τότε έως σήμερα, φιλοξενώντας βάσεις των ΗΠΑ και απολαμβάνοντας την αμερικανική πυρηνική προστασία, η Κίνα και η Βόρεια Κορέα απομακρύνθηκαν σημαντικά.

Κατά συνέπεια η Κίνα ελέγχει ελάχιστα τον γείτονα και υποτιθέμενο σύμμαχό της και πιθανώς δεν γνωρίζει πολλά όσον αφορά το τι ακριβώς συμβαίνει εκεί. Θα μπορούσε, σίγουρα, να σφίξει περαιτέρω τον κλοιό γύρω από τη Βόρεια Κορέα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τις εμπορικές συναλλαγές και παρεμποδίζοντας την παροχή ενέργειας. Αλλά αυτή η στρατηγική ενδέχεται να μην έχει μεγάλη επιτυχία και ν’ αναγκάσει το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν ν’ αναζητήσει την υποστήριξη του έτερου γείτονά του, ήτοι της Ρωσίας. Αν, όπως εκτιμάται, η Βόρεια Κορέα επιθυμεί κάποια αξιόπιστη εγγύηση ασφάλειας ως αντάλλαγμα για τoν περιορισμό του πυρηνικού προγράμματός της, η μόνη χώρα που μπορεί να την παράσχει είναι η Κίνα. Καμία αμερικανική υπόσχεση δεν θα παραμείνει αξιόπιστη μετά από τη θητεία του προέδρου που την έδωσε.

Οπότε, εάν η Κίνα συνδυάσει τις απειλές περί εισβολής με μια υπόσχεση ασφάλειας και πυρηνικής προστασίας, ως αντάλλαγμα για συνεργασία και πιθανή αλλαγή καθεστώτος, οι πιθανότητες να πείσει και να κερδίσει μεγάλα τμήματα του Κορεατικού Λαϊκού Στρατού θα είναι πολλές. Την ώρα που μια πυρηνική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ θα επέφερε σημαντικές καταστροφές, η υποταγή στην Κίνα θα εγγυόταν την επιβίωση της Βόρειας Κορέας και, πιθανώς, έναν βαθμό διαρκούς αυτονομίας. Για όλους εκτός από εκείνους που βρίσκονται κοντά στον Κιμ, η επιλογή δεν θα ήταν δύσκολη. Στα στρατηγικά οφέλη που θ’ αποκόμιζε η Κίνα από μια επιτυχημένη στρατιωτική επέμβαση θα περιλαμβάνονταν όχι μόνον ο έλεγχος της Βόρειας Κορέας, όπου πιθανότατα θα μπορούσε να δημιουργήσει στρατιωτικές βάσεις, αλλά και η ευγνωμοσύνη των όμορων χωρών για την αποτροπή ενός καταστροφικού πολέμου.

Καμία άλλη ενέργεια δεν συγκεντρώνει τόσες πολλές πιθανότητες με στόχο να καταλήξει η κινεζική ηγεσία να είναι όχι μόνον αξιόπιστη αλλά και επιθυμητή εντός της Ασίας, ειδικά αν η εναλλακτική επιλογή είναι ένας απερίσκεπτος, ανεπαρκώς σχεδιασμένος, πόλεμος υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Αυτό που η Κίνα χρειάζεται πάνω απ’ όλα είναι η νομιμότητα και μια παρέμβασή της στη Βόρεια Κορέα θα μπορούσε να την προσφέρει. Η επιτυχής χρήση της «σκληρής ισχύος» θ’ αποφέρει στην Κίνα –δανείζομαι τη διάκριση που επινόησε ο Τζόζεφ Νάι του Χάρβαρντ– τεράστια αποθέματα «ήπιας ισχύος».

Όσον αφορά το κατά πόσο το αποτέλεσμα θα ήταν το επιθυμητό, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την απάντηση ενώ κάθε στρατιωτική επιχείρηση συνεπάγεται μεγάλους κινδύνους. Οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις είναι τώρα καλά εξοπλισμένες αλλά δεν διαθέτουν ανάλογη εμπειρία στα πεδία των μαχών. Οι κατώτεροι αντίπαλοί τους έχουν ηγέτες που ενδεχομένως να είναι διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα ή άλλα όπλα μαζικής καταστροφής στην περίπτωση απόρριψης των κινεζικών όρων.

Αυτό που μπορούμε να πούμε με σχεδόν βεβαιότητα είναι ότι μία κινεζική χερσαία και θαλάσσια εισβολή, και όχι μία αμερικανική, έχει περισσότερες πιθανότητες ν’ αποτρέψει την πιθανή απάντηση του Κιμ: μια επίθεση στη Σεούλ, πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας, που βρίσκεται μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα νότια της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης. Γιατί η Βόρεια Κορέα να σφαγιάσει τους νότιους αδελφούς και αδελφές της ως αντίποινα σε μια κινεζική εισβολή που θα συνοδεύεται από μια υπόσχεση παροχής διαρκούς ασφάλειας, αν όχι και αυτονομίας;

Επιπλέον, παρότι οι όποιοι περιορισμοί όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του καθεστώτος Κιμ δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν δεδομένοι, η Κίνα θα ήταν ένας λιγότερο πιθανός στόχος απ’ ότι οι ΗΠΑ για τους πυραύλους της Βόρειας Κορέας. Εάν επρόκειτο να ληφθεί σοβαρά υπόψη μια κινεζική στρατιωτική επέμβαση, τότε ενδεχομένως να άξιζε να εξεταστεί και το ενδεχόμενο μιας συνεργασίας με τις ΗΠΑ σε επίπεδο παροχής απόρρητων πληροφοριών και όσον αφορά την αντιμετώπιση πυραυλικών επιθέσεων. Δεδομένων των κινδύνων, θα ήταν δύσκολο για τις ΗΠΑ ν’ αρνηθούν.

Αυτό το σενάριο μπορεί να μην πραγματοποιηθεί ποτέ. Αλλά είναι τόσο λογικό που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Σε τελική ανάλυση, αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία της Κίνας για να καταλήξει να ασκεί ισότιμη με τις ΗΠΑ στρατηγική επιρροή στην περιοχή, απαλείφοντας παράλληλα μια πηγή αστάθειας που απειλεί αμφότερες τις χώρες.

Πηγή: www.project-syndicate.org / protagon.gr



* O βρετανός δημοσιογράφος Bill Emmot, πρώην διευθυντής του Economist, είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η Μοίρα της Δύσης» (The Fate of the West, εκδ. Economist Books).